Πρόσφατα πολλοί αναλυτές έχουν προσπαθήσει να αναλύσουν τις κύριες αιτίες της Ελληνικής οικονομικής κρίσης. Στην πλειοψηφία αυτών των αναλύσεων μια σειρά από οικονομικούς συντελεστές έχουν τονισθεί σαν οι κύριοι παράγοντες για την κρίση στην Ελλάδα. Ονομαστικά, τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, η μη ορθολογική διαχείριση των δημόσιων δαπανών, το τεράστιο δημόσιο χρέος, η έλλειψη εξαγωγών, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και η λειτουργία της αγοράς εργασίας. Ενώ αυτοί οι συντελεστές είναι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της Ελληνικής χρηματοοικονομικής αποτυχίας, είναι μόνο ένα μέρος αυτής της πραγματικότητας.
Στην πραγματικότητα η οικονομική εξήγηση της ελληνικής κρίσης δεν παρέχει ένα επαρκές και αξιόλογο πλαίσιο ανάλυσης αφού δεν περιλαμβάνει το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό το φαινόμενο έλαβε μέρος. Η ελληνική χρηματοοικονομική κρίση έχει μια πολιτική πλευρά η οποία δεν μπορεί να παραβλεφθεί και η οποία είναι τελείως διαφορετική από τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη που αντιμετωπίζουν την ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Αυτό είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της κρίσης το οποίο δεν πρέπει να ξεχνάμε και το οποίο διαφοροποιεί την ελληνική περίπτωση.
Με βάση τα παραπάνω η οικονομική και δημοσιονομική λειτουργία της Ελλάδας από μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει την σοβαρότητα της ελληνικής κρίσης. Για αυτό οι κύριες αιτίες, η ουσία του ελληνικού προβλήματος, βρίσκεται πέρα από την οικονομική αποτελεσματικότητα. Ακόμα και μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι φανερό πως η οικονομική σύγκλιση δεν έχει ενδυναμωθεί από την αντίστοιχη πολιτική και θεσμική σύγκλιση. Έτσι τα μέτρια ή κατά περίπτωση καλά ποσοστά μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας ήταν στην ουσία παραπλανητικά. Με βάση αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαμε να πούμε πως έστω και εάν η ελληνική οικονομική και δημοσιονομική λειτουργία μπορεί να εξυγιανθεί, είναι πολύ αμφίβολο εάν το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο μπορεί να αλλάξει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Η Ελλάδα είναι ένα τέλειο παράδειγμα του πως η πολιτική και θεσμική υπανάπτυξη καθώς και ο στρεβλός τρόπος διακυβέρνησης μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες κρίσεις όχι μόνο την χώρα αλλά και παγκόσμια. Αυτό το στρεβλό μοντέλο διακυβέρνησης δημιουργήθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια και ενδυναμώθηκε από τα φαινόμενα του κρατισμού, της διαφθοράς, των προσοδοθηρικών συμπεριφορών, της πολιτικής ανισορροπίας, του λαϊκισμού, και της πολιτικής και κοινοβουλευτικής ανισορροπίας. Δηλαδή αυτό που από με την πρώτη ματιά μπορεί να φαίνεται πως είναι το αποτέλεσμα κακών δημόσιων οικονομικών πρακτικών, στην πραγματικότητα είναι η έλλειψη ενός ικανοποιητικού και επαρκούς μοντέλου διακυβέρνησης.
Η Ελλάδα είναι πραγματικά πολύ πίσω σε κάθε δείκτη διακυβέρνησης μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό έχει κυρίως μια διττή σημασία όπου από την μια πλευρά στο Ευρωπαϊκό επίπεδο φαίνεται πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει δημιουργήσει εκείνες τις πρακτικές για να υποστηρίξει και να ενδυναμώσει την πολιτική και θεσμική ανάπτυξη και τον τρόπο διακυβέρνησης των κρατών μελών. Πως για παράδειγμα μπορεί κανείς να μας διαβεβαιώσει ότι τα νέα κράτη μέλη πραγματικά διαφέρουν από την ελληνική περίπτωση σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο; Από την άλλη γίνεται φανερό πως η ελληνική κρίση είναι στην πραγματικότητα πολιτική και θεσμική παρά μάλλον οικονομική και σχετίζεται πολύ περισσότερο με τα πολιτισμικά πρότυπα των Ελλήνων και την Ελληνική πολιτική κουλτούρα παρά με τα οικονομικά μεγέθη της χώρας.
ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ
Κατά αυτήν την έννοια η πολιτική και θεσμική ανισσοροπία παίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τον North (1990, σελ. 3) «Οι θεσμοί είναι οι κανόνες του παιχνιδιού σε μια κοινωνία». Με βάση αυτή την διατύπωση οι Acemogluκαι Robinson (2008) θεωρούν πως οι θεσμοί είναι η κύρια αιτία για την οικονομική μεγέθυνση καθώς και για τις διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στις διάφορες χώρες του κόσμου. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζουν
«The main determinants of cross-country differences in income per capita are differences in economic institutions. Though institutions often persist for long periods of time and have unintended consequences, differences in institutions across countries primarily reflect the outcome of different collective choices. Different collective choices reflect differences in political institutions and different distributions of political power. As a result, understanding underdevelopment implies understanding why different countries get stuck in political equilibria that result in bad economic institutions. Solving the problem of development entails understanding what instruments can be used to push a society from a bad to a good political equilibrium» (Acemoglu και Robinson 2008, σελ. 25).
Το πώς οι πολιτικές και θεσμικές μεταβλητές μπορούν και επηρεάζουν την δημόσια οικονομική λειτουργία και εν τέλει την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης έχει αναλυθεί από διάφορους μελετητές (Roubini και Sachs 1989; Grilli et al. 1991;Corsetti και Roubini 1993; Alesina και Perotti 1995). Με βάση αυτό το πλαίσιο μπορεί να υπάρχει μια ευδιάκριτη διάκριση ανάμεσα στο αυξανόμενο εισόδημα και στην βελτίωση του ευρύτερου πλέγματος πολιτικής και θεσμικής ανάπτυξης (Kaufmann καιKraay, 2002). Έτσι, η ελληνική οικονομική κρίση μας έχει αποκαλύψει το γεγονός πως τα πολιτικά και οικονομικά ινστιτούτα στην χώρα είναι μακριά από το να είναι ώριμα και αποτελεσματικά. Για αυτό το λόγο πιστεύεται για παράδειγμα πως είναι ο σχεδιασμός του ελληνικού πολιτικού συστήματος το οποίο έχει οδηγήσει σε προσοδοθηρικές συμπεριφορές και στην άρση των μεταρρυθμίσεων. Έτσι για να μπορέσουμε να αντιληφτούμε την σύγχρονη οικονομική και πολιτική πραγματικότητα στην Ελλάδα θα πρέπει να επικεντρωθούμε στην πολιτική και θεσμική ανεπάρκεια.
Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας δυο κύρια πολιτικά κόμματα δημιουργήθηκαν αλλά όταν το δεύτερο ήρθε στην εξουσία το 1981 (ΠΑ.ΣΟ.Κ) στην Ελλάδα παρατηρήθηκαν σημαντικές πολιτικές αλλαγές. Σε αντίθεση με το σχέδιο του Κωνσταντίνου Καραμανλή που βασίστηκε σε τρείς συνιστώσες δηλαδή της δημιουργίας ενός στέρεου θεσμικού πλαισίου το οποίο θα ενδυνάμωνε την εκτελεστική εξουσία και την διακυβέρνηση στην Ελλάδα, την δημιουργία ενός ισχυρού κράτους το οποίο θα ήταν ο κύριος παράγοντας οικονομικής ανάπτυξής και του εξευρωπαϊσμού αφού η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να ενδυναμωθεί η δημοκρατία και η σταθερότητα, ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1981 βάσισε την οικονομική επέκταση στην παραποίηση του ρόλου του κράτους και των πηγών του, στην δημιουργία ισχυρών δεσμών πατρωνίας όπου ο κοινωνικός πλούτος διανεμόταν κυρίως μέσω των υποστηρικτών του κόμματος και στον εθνοκεντρικό εθνικισμό (Pappas, 2010). Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο κρατικός τομέας από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Ελλάδα επεκτάθηκε σε απίστευτο βαθμό και παρόλο που θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτή η επέκταση επιβλήθηκε, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την συνολική αναποτελεσματικότητα και δυσλειτουργία του δημόσιου τομέα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες τις τρείς τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα ο εξευρωπαϊσμός και ο εκσυγχρονισμός του πολιτικού και οικονομικού πλαισίου δεν υποστηρίχθηκε από τους αναγκαίους θεσμούς και το ευρύτερο μοντέλο καλής διακυβέρνησης το οποίο συνέχισε να είναι στρεβλό. Για αυτούς τους λόγους οδηγηθήκαμε στην ανάπτυξη διαφόρων αρνητικών φαινομένων όπως για παράδειγμα ο κρατισμός, η διαφθορά και η δημιουργία ενός «ώριμου πελατειακού συστήματος». Στην πραγματικότητα δηλαδή δημιουργήθηκαν εκείνες οι κατάλληλες συνθήκες για την ενδυνάμωση και την νομιμοποίηση της πελατειακής βάσης της Ελληνικής πολιτείας. Είναι χαρακτηριστικό πως όλες οι προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις τα τελευταία τριάντα χρόνια απέτυχαν. Τα δύο κύρια πολιτικά κόμματα που βρίσκονταν στην εξουσία ενώ δημιουργούσαν τις συνθήκες για τις μεταρρυθμίσεις, ταυτόχρονα υποβίβαζαν κάθε προσπάθεια για αλλαγή και μεταρρύθμιση. Ενώ δηλαδή υπήρχαν τα στοιχεία εκσυγχρονισμού και πραγματικοί εκσυγχρονιστές σε κάθε κόμμα, δεν υπήρχε το πραγματικό εκσυγχρονιστικό κόμμα.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ
Με βάση το παραπάνω πλαίσιο είναι φανερό πως πολλά από αυτά που θεωρούσαμε δεδομένα στοιχεία της ελληνικής πολιτείας μπορεί και να μην υπήρχαν στην πραγματικότητα. Επίσης αρχίζει πια να γίνεται φανερό πως το ελληνικό πρόβλημα, η ελληνική κρίση, δεν είναι ένα οικονομικό φαινόμενο αλλά κυρίως στον εγχώριο τομέα ένα πολιτικό. Για αυτό το λόγο μπορούμε να θεωρήσουμε πως τα παρακάτω στοιχεία είναι απλά μύθοι
- Οι κύριες αιτίες για την ελληνική κρίση βρίσκονται στην αποτυχία των μακροοικονομικών νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών
- Η πολιτική σταθερότητα, η πολιτική συνέχεια και η βιωσιμότητα είναι σημαντικά στοιχεία της ελληνικής πολιτείας
- Υπάρχει ένα στρατηγικό όραμα και ένα σχέδιο για την ανάπτυξη της χώρας ανάμεσα στα κόμματα.
- Οι προσδοκίες και οι απόψεις των Ελλήνων για το μέλλον της χώρας προωθούν την πολιτική και οικονομική ανάπτυξη.
Αυτά τα στοιχεία ενώ στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου θεωρούνται δεδομένα, όπως για παράδειγμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και στην Ιαπωνία, στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να θεωρούνται καθόλου δεδομένα αλλά ούτε και αναγκαία. Γίνεται δηλαδή φανερό πως στην Ελλάδα υπάρχουν εκείνα τα πολιτικά και οικονομικά στοιχεία που την διαφοροποιούν από οποιοδήποτε άλλο παράδειγμα υπερχρεωμένων χωρών του ανεπτυγμένου κόσμου.
ΔΕΙΚΤΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Από τα παραπάνω θα μπορούσαμε να πούμε πως
- Τα ποσοστά μεγέθυνσης της χώρας ήταν ένας δείκτης ο οποίος δεν έδειχνε την πραγματική οικονομική ανάπτυξη της χώρας κυρίως γιατί περιελάμβανε αδύναμα δομικά στοιχεία αλλά και γιατί επηρεαζόταν άμεσα από τυχαία γεγονότα.
- Το δημόσιο χρέος ήταν ένας ακόμα δείκτης πολύ παραπλανητικός για την εν γένει λειτουργία της οικονομίας στην Ελλάδα. Έστω και αν είχε την ίδια ροπή με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορεί από μόνος του σαν δείκτης να δικαιολογήσει το γιατί η ελληνική οικονομία και η ελληνική πολιτεία κατέρρευσε σε τέτοιο σημαντικό βαθμό που διέλυσε ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό της χώρας.
- Τα ποσοστά παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας επηρεάζονταν και συνεχίζονται να επηρεάζονται από την λειτουργία ισχυρών συνδικαλιστικών κινημάτων, ενώσεων και ομάδων ενδιαφέροντος τα οποία και πάλι σχετίζονται με το μοντέλο πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης της χώρας.
- Τα ποσοστά επενδύσεων δεν προέρχονταν από την ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά κυρίως προέρχονταν από τον κρατικό τομέα (κρατικές επενδύσεις), ή από τις επενδύσεις των νοικοκυριών (αγορά κατοικίας). Η απάντηση του γιατί ο επιχειρηματικός τομέας στην Ελλάδα έχει από τα χαμηλότερα ποσοστά επενδύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται και πάλι πίσω από την λειτουργία του πολιτικού και θεσμικού πλαισίου στην Ελλάδα και του μοντέλου καλής διακυβέρνησης.
Με βάση τα παραπάνω είναι φανερό πως οι οικονομικοί δείκτες από μόνοι τους δεν μπορούν να μας δώσουν ασφαλή συμπεράσματα για την Ελληνική κρίση. Μόνο εάν συνδυαστούν με τα πολιτικά και θεσμικά στοιχεία της ελληνικής πολιτείας θα μπορέσουμε να καταλάβουμε γιατί η κρίση στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική από τις άλλες κρίσεις χρέους της Ευρωζώνης. Για παράδειγμα τα ποσοστά επενδύσεων στην Ελλάδα το 2000 δεν ήταν απογοητευτικά. Παρόλα αυτά υπάρχουν κάποια σημεία που χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση. Πρώτον, η περίοδος 2000-2004 ήταν για την Ελλάδα η περίοδος προετοιμασίας των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας και τεράστια ποσά από τις κυβερνήσεις και από την Ευρωπαϊκή Ένωση δαπανήθηκαν για αυτό το σκοπό. Δεύτερον, η χώρα είχε πετύχει να γίνει μέλος της Ευρωζώνης και έτσι σε ολόκληρη την χώρα ήταν εμφανές το αίσθημα αισιοδοξίας για το μέλλον της. Τρίτον, την ίδια περίοδο οι επιχειρηματικές επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν από τις χαμηλότερες σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει πως όχι μόνο το κράτος επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό την οικονομική ανάπτυξη της χώρας αλλά και ότι το ελληνικό οικονομικό μοντέλο μεγέθυνσης ήταν πολύ διαφορετικό από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό όμως ήταν ένα φανερό αποτέλεσμα της πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής υπανάπτυξης της χώρας στην Ελλάδα. Για αυτό το λόγο η οικονομική αισιοδοξία της πρώτης περιόδου ήταν παραπλανητική. Μετά το 2003 τα συνολικά ποσοστά επενδύσεων μειώθηκαν και το 2009 η Ελλάδα ήταν η προτελευταία ευρωπαϊκή χώρα σε αυτά τα ποσοστά.
Από όσα μπορούμε να παρατηρήσουμε από το Γράφημα 1. κατά την διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων οι κυβερνητικές επενδύσεις ήταν ανάμεσα στις μεγαλύτερες στην Ευρωζώνη. Έτσι, σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι Έλληνες είχαν κάνει το κράτος την κύρια μηχανή οικονομικής ανάπτυξης. Για αυτό το λόγο απέτυχαν όχι μόνο να αναπτύξουν τις ικανότητες και την παραγωγικότητα τους για να παράγουν βιομηχανικά προϊόντα, αλλά και να παραμείνουν ανταγωνιστικοί μέσα στα πλαίσια της Ευρωζώνης. Το πιο σημαντικό βέβαια γεγονός ήταν ότι αυτό το στρεβλό μοντέλο οικονομικής μεγέθυνσης έγινε ενδογενές στοιχείο της πολιτισμικής ανάπτυξής τους.
Γράφημα 1. Κυβερνητικές Επενδύσεις (% του Α.Ε.Π.)
Πηγή: Eurostat
Όπως πιστεύει ο Καζάκος (2010) η Ελληνική οικονομική κουλτούρα βασίστηκε στις επενδύσεις στην αγορά κατοικίας, στον τουρισμό και στην κατανάλωση και επομένως η βιομηχανική και αγροτική παραγωγή συνεχώς μειωνόταν. Με αυτό τον τρόπο το Ελληνικό κράτος και οι κάτοικοι του αύξησαν τα χρέη τους για να συντηρήσουν τα επίπεδα κατανάλωσης τους πάνω από αυτά που μπορούσαν πραγματικά. Έτσι τα αποτελέσματα αυτών των τεράστιων λαθών γίνονται προφανή και από το Γράφημα 2. που δείχνει τις επιχειρηματικές επενδύσεις.
Γράφημα 2. Επιχειρηματικές Επενδύσεις (% του Α.Ε.Π.)
Πηγή: Eurostat
Όπως μπορούμε να δούμε και από το παραπάνω γράφημα η Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει ένα απογοητευτικό ποσοστό των επιχειρηματικών επενδύσεων. Για αυτό και το 2008 η Παγκόσμια Τράπεζα χαρακτήρισε την Ελλάδα ως την χώρα με το πιο απογοητευτικό επιχειρηματικό περιβάλλον στην Ευρωζώνη. Ακόμα και σήμερα η Ελλάδα κατέχει την εκατοστή θέση στην ευκολία δημιουργίας επιχειρήσεων και παραμένει στην ίδια θέση από το 2009 πίσω από κράτη όπως η Υεμένη, το Βιετνάμ, η Γουατεμάλα, η Ιορδανία (World Bank, 2012). Γιατί όμως είναι σημαντική αυτή η παρατήρηση; Είναι σημαντική γιατί το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας έχει κατά κύριο λόγο διαστρεβλωθεί τόσο από το στρεβλό μοντέλο διακυβέρνησης, όσο και από το ρόλο του κράτους αλλά και από την πολιτική και θεσμική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, ο Mo (2001) έχει περιγράψει το πώς η διαφθορά μπορεί να επηρεάσει τόσο την πολιτική ισορροπία όσο και την οικονομική ανάπτυξη. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τα επίπεδα κατανάλωσης στην Ελλάδα όπου σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας είναι τα τελευταία χρόνια αυξανόμενη από κυρίως εισαγόμενα προϊόντα. Έτσι, οι Έλληνες φαίνεται πως σταμάτησαν να αγοράζουν τα ελληνικά προϊόντα και οι ελληνικές βιομηχανίες έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν σε άλλες χώρες. Είναι φανερό δηλαδή ότι το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας τα τελευταία τριάντα χρόνια βασίστηκε σε μια στρεβλή και καταστροφική επιχειρηματολογία που έκανε το κράτος το βασικό μηχανισμό ανάπτυξης ενώ ταυτόχρονα ο ρόλος της ελεύθερης αγοράς και της ελεύθερης οικονομίας, της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας υποβαθμίστηκε.
ΔΕΙΚΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Σε αυτό το σημείο θα αναλυθούν πολιτικά φαινόμενα των οποίων η αρνητική απόδοση είναι βασικό στοιχείο των κύριων αιτιών της ανεπανάληπτης ελληνικής κρίσης όπως το φαινόμενο του κρατισμού, η λειτουργία της διακυβέρνησης, η επίδραση στην οικονομία των πανίσχυρων συνδικάτων και ομάδων συμφερόντων, η αποτυχία του εξευρωπαϊσμού, η διαφθορά, η πολιτική σταθερότητα και η κοινοβουλευτική συνέχεια. Αυτά τα φαινόμενα τα οποία μπορούν να παρατηρηθούν κατά την διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων είχαν ένα πολύ σημαντικό αποτέλεσμα. Οι Έλληνες ακολούθησαν ένα τελείως εσφαλμένο και παραπλανητικό μοντέλο πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής ανάπτυξης το οποίο άμεσα και έμμεσα επηρέασε τις πολιτικές και οικονομικές τους επιλογές και προτιμήσεις καθώς και τον τρόπο σκέψης τους. Από το 1980 οι Έλληνες δημιούργησαν αυτό το στρεβλό μοντέλο και οι Έλληνες πολιτικοί ηγέτες απέτυχαν στο να το αλλάξουν και για αυτό ολόκληρο το σύστημα κατέρρευσε. Τα παραπάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν την εξήγηση για το λόγο για τον οποίο οι Έλληνες ήθελαν να γίνουν δημόσιοι λειτουργοί, ή δημόσιοι υπάλληλοι ή να δουλεύουν για το κράτος γενικότερα. Με αυτό τον τρόπο δημιούργησαν ένα στρεβλό Λεβιάθαν ο οποίος εν τέλει απέτυχε να τους υποστηρίξει κατά την διάρκεια τριών διαφορετικών σταδίων ανάπτυξης στην Ελλάδα, δηλαδή την περίοδό της διαδικασίας κοινωνικοποίησης στις αρχές του 1980, την περίοδο της από-εθνικοποίησης την δεκαετία του 1990, και την τελευταία περίοδο του εκσυγχρονισμού.
Σύμφωνα με τους δείκτες της Lisbon Review για την ποιότητα της διακυβέρνησης η Ελλάδα το 2008 και το 2010 ήταν η 23η χώρα ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ (World Economic Forum, 2010). Η Ελλάδα είναι ουσιαστικά πολύ πίσω σε σχέση με τις άλλες χώρες στην πολιτική, θεσμική και οικονομική ανάπτυξη (Centre forEuropean Reform, 2009). Εξαιτίας της πολιτικής και θεσμικής ανισορροπίας όλες σχεδόν οι αναγκαίες προσπάθειες μεταρρύθμισης και οι προσπάθειες εκσυγχρονισμού της χώρας οι οποίες πραγματοποιηθήκαν τις τελευταίες τρείς δεκαετίες στην Ελλάδα απέτυχαν. Ποια είναι όμως τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του μοναδικού αυτού στρεβλού ελληνικού μοντέλου;
· Η Ανάπτυξη του κρατισμού κατά την διάρκεια του 1980 και του 1990
Όταν η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας το 1981 το συνολικό κατά κεφαλήν εισόδημα βρισκόταν στο 90,4% του Ευρωπαϊκού μέσου όρου αλλά δυστυχώς αυτό το ποσοστό μειώθηκε σε 82,5% το 1985 και 74,2% το 1990 (Αλογοσκούφης, 2009). Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου της οικονομικής υπανάπτυξης σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες το κράτος επεκτάθηκε τρομακτικά. Αυτό έγινε για παράδειγμα με τον νόμο 1368/83 περί κοινωνικοποίησης των δημόσιων επιχειρήσεων και την εθνικοποίηση πολλών δημόσιων οργανισμών δημιουργώντας δυο πολύ σημαντικές συνέπειες. Από την μια πλευρά υπήρξε η ανάγκη για να χρηματοδοτηθούν όλες αυτές οι κρατικές δραστηριότητες και από την άλλη η επέκταση του κράτους όχι μόνο μείωσε τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες για ανάπτυξη και αποτελεσματικότητα των δράσεων της ελεύθερης αγοράς αλλά άλλαξε την αντίληψη των Ελλήνων για τον ρόλο του κράτους. Αυτό οδήγησε σε οικονομικές στρεβλώσεις οι οποίες μείωσαν το πραγματικό ΑΕΠ μακροχρόνια και την ίδια περίοδο αύξησαν τα δημόσια ελλείμματα και τα δημόσια χρέη μόνιμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο από το 1991-2007 έγιναν στην Ελλάδα 65 ιδιωτικοποιήσεις (Ράπανος, 2009) από τις οποίες όμως μόνο σε 16 από αυτές η κρατική συμμετοχή μετά την ιδιωτικοποίηση ήταν κάτω από 50%. Το ελληνικό κράτος προτίμησε να κάνει μερικές ιδιωτικοποιήσεις για να μην χάσει τα ήδη αποκτηθέντα κυριαρχικά του δικαιώματα έναντι του ιδιωτικού τομέα αλλά και για να κρατήσει τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και της αριστεράς σε ένα καλό επίπεδο.
Σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο η ανάπτυξη του κρατισμού οδήγησε σε αποτυχία των προγραμμάτων σύγκλισης και σταθερότητας γιατί όπως υποστηρίζει ο Σημίτης (1989) ήταν πολύ δύσκολο για πολλές ομάδες συμφερόντων με συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά ενδιαφέροντα να αποσυρθούν από την συμμετοχή τους από τα ενεργά αναδιανεμητικά σχήματα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κάθε προσπάθεια για έναν προοδευτικό εκσυγχρονισμό του μοντέλου ανάπτυξης της Ελλάδας απέτυχε. Τα αποτελέσματα αυτού του είδους της ανάπτυξης μετατράπηκαν άμεσα σε λανθασμένες και στρεβλές πολιτικές επιλογές και αποφάσεις. Αυξήθηκαν οι φόροι για να χρηματοδοτηθούν οι δημόσιες επιχειρήσεις, αυξήθηκαν οι κρατικοποιήσεις, δημιουργήθηκαν πολλά μονοπώλια, συντηρήθηκαν οι προβληματικές επιχειρήσεις και έτσι μειώθηκαν οι επιχειρηματικές επενδύσεις στην χώρα.
· Αποτελεσματικότητα διακυβέρνησης
Στην Ελλάδα το ευρύτερο σύστημα διακυβέρνησης παίζει πραγματικό ρόλο εάν θέλουμε να βρούμε τις κύριες αιτίες της ελληνικής κρίσης. Πρώτα από όλα αυτό το σύστημα που περιλαμβάνει τόσο επίσημους όσο και μη επίσημους θεσμούς είναι πολύ διαφορετικό από το ευρωπαϊκό. Ακόμα και αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όρους όπως εκείνους των ‘structural congruence’ (Katzenstein, 1997) ή τον όρο ‘institutionalfit’ (Giuliani, 2003) το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Σχεδόν όλες οι προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις απέτυχαν όπως για παράδειγμα οι μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας το 2000, για αυτό και η υπόθεση διακυβέρνησης στην Ελλάδα είναι ένα χαμένο παιχνίδι. Αυτή η ‘θεσμική ακαταστασία’ (Tsebelis, 1995) ήταν ο κύριος λόγος του γιατί οι πιθανότητες για πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις περιορίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια. Όπως τονίζει και ο Featherstone (2005a) το πρόβλημα της διακυβέρνησης ακόμα παραμένει έστω και εάν θεωρεί πως το 1996 ήταν ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Αυτό το πρόβλημα της διακυβέρνησης επίσης θέτει σε προβληματισμό την φύση της ελληνικής σύγκλισης στην ΕΕ.
Δεύτερον η ικανότητα αποτελεσματικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα περιορίζεται αφού είναι μια από τις τελευταίες ευρωπαϊκές χώρες μαζί με την Ιταλία στον τομέα αυτό. Αυτό φαίνεται και από το Γράφημα 3. το οποίο αντικατοπτρίζει τις αντιλήψεις για την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, τον βαθμό αλληλεξάρτησης τους από τις πολιτικές πιέσεις, την ποιότητα για τον σχηματισμό της πολιτικής και την εφαρμογή της, και την αξιοπιστία της κυβερνητικής δέσμευσης σε τέτοιες πολιτικές. Επίσης σύμφωνα με τους Sustainable Governance Indicators το 2011 η Ελλάδα είχε την χειρότερη αποτελεσματικότητα στην ικανότητα μεταρρυθμίσεων και στον δείκτη διαχείρισης και την δεύτερη χειρότερη επίδοση στην λειτουργία της δημοκρατίας και της πολιτικής σε σχέση με 31 χώρες του ΟΟΣΑ. Η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις είναι αδιαμφισβήτητη αλλά η πραγματοποίηση τους ακόμα και σήμερα 3 χρόνια μετά την εκλογή της κυβέρνησης Παπανδρέου ανύπαρκτη.
Γράφημα 3. Αποδοτικότητα Διακυβέρνησης
Πηγή: World Bank
· Ισχυρές ομάδες συμφερόντων και συνδικάτα
Σύμφωνα με τους Mistopoulos και Pelagidis (2009a) η δημιουργία και η ύπαρξη ισχυρών και πολύ καλά οργανωμένων και αλληλεξαρτώμενων ομάδων συμφερόντων είναι το αποτέλεσμα της φτωχής ποιότητας διακυβέρνησης και του διοικητικού φόρτου εργασίας. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των ισχυρών ομάδων είναι η αντίδραση τους στην λεγόμενη ‘Spraos Report’ (Featherstone,Kazamias και Papadimitriou (2001). Έτσι στην Ελλάδα πολλές ομάδες συμφερόντων μπορούν να επηρεάζουν την γενικότερη πολιτική και οικονομική σταθερότητα και την ανάπτυξη αρνητικά. Οι Mitsopoulos και Pelagidis (2009β, σ. 399) περιγράφουν πώς αυτές οι ομάδες συμφερόντων αναπτύσσονται και δραστηριοποιούνται. Πιοσυγκεκριμένα αναφέρουν
‘these numerous rent-seeking groups curtail competition in the product and services markets, increase red tape and administrative burdens, and actively seek to establish opacity in all administrative and legal processes in order to form an environment in which they will be able to increase the rents they extract. At the same time, they actively strive to ensure that the rule of law fails to such an extent that the society will not be able to hold them accountable for their actions (…) salient aspects of the design of the Greek political system suggest why Greek politicians are unable to champion reforms and effectively confront the designs of these predatory interest groups’.
· Αποτυχημένη διαδικασία Εξευρωπαϊσμού
Ακόμα και εάν η Ελλάδα έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πολύ πιο νωρίς από άλλα ευρωπαϊκά κράτη μέλη έμεινε πολύ πίσω σχετικά με την τυπική και πραγματική εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων και αυτό που σήμερα ονομάζεταιacquis communautaire. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλές από τις ευρωπαϊκές οδηγίες δεν εφαρμόστηκαν και ακόμα και σήμερα δεν έχουν εφαρμοστεί. Για παράδειγμα η Ανοικτή Μέθοδος Συντονισμού δεν εφαρμόστηκε επιτυχώς από όλες τις ελληνικές πολιτικές αρχές (Angelaki, 2007). Όπως ο αναφέρουν οι Borras και Jacobsson (2004) οι συνθήκες για την μεταφορά πολιτικής μπορεί εν τέλει να λείπουν. Αυτό το μειονέκτημα έχει επίσης αξιολογηθεί για πολλές περιπτώσεις και ειδικότερα όταν αναλύουμε τις σχέσεις ανάμεσα στο κράτος και τα συμφέροντα των διαφόρων ομάδων. Μια τέτοια περίπτωση είναι η σχέση ανάμεσα στους δασκάλους και τις ενώσεις διδασκαλίας και τις κρατικές πολιτικές εκσυγχρονισμού όπως αυτές προωθήθηκαν από τις προτεραιότητες της κυβέρνηση Σημίτη (Athanasiades και Patramanis, 2002). Έτσι, οι ελληνικές κυβερνήσεις απέτυχαν να δημιουργήσουν ένα πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον μέσα στο όποιο η Ανοικτή Μέθοδο Συντονισμού θα μπορούσε να είναι παραγωγική και επιτυχής (Featherstone, 2005b).
Ακόμα είναι ενδιαφέρον πως στην Ελλάδα η διαδικασία εκσυγχρονισμού ταυτίστηκε με την διαδικασία της εξευρωπαϊσμού (Featherstone, 2005a). Παρόλα αυτά τόσο στην περίπτωση των ‘soft’ όσο και στην περίπτωση των ‘hard’ ευρωπαϊκών κανόνων δικαίου είναι φανερό πως αυτοί δεν υιοθετήθηκαν αποτελεσματικά. Η εφαρμογή και η πρακτική των κανόνων δικαίου είχε πολλούς περιορισμούς οι οποίοι έκαναν προφανές το χάσμα ανάμεσα στον τυπικό εκσυγχρονισμό και στην πραγματικότητα. Κατά την διάρκεια των τελευταίων δυο δεκαετιών η ΕΕ εφάρμοσε την διαδικασία μη συμμόρφωσης της Ελλάδας με τους ευρωπαϊκούς κανόνες για πολλές περιπτώσεις. Δυο τυπικά παραδείγματα είναι η περίπτωση του εκσυγχρονισμού των λογιστικών προτύπων και της αναδιοργάνωσης των πιστωτικών ινστιτούτων.
Τελικά οι μεταρρυθμίσεις δεν ακολουθήθηκαν ή δεν υποστηρίχθηκαν από ένα επαρκές σύγχρονο πλαίσιο θεσμών έτσι ώστε να πραγματοποιηθούν οι συγκεκριμένες πολιτικές. Φαίνεται πως μάλλον υπάρχουν ‘cross-national factors rather than idiosyncratic characteristics that influence the inability and reluctance of a state to comply and conform respectively’ (Mbaye, 2001, σ. 259). Ακόμα περισσότερο το χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και στο κράτος έχει αυξήσει το κόστος για να εφαρμοστούν αυτοί (Boix και Posner, 1998). Επίσης, η εφαρμογή ορθολογικών πολιτικών έχει γίνει πιο δύσκολη εξαιτίας των επίσημων και ανεπίσημων προνομίων των συγκεκριμένων ομάδων του δημόσιου τομέα. Έτσι η πραγματική εφαρμογή των κανόνων δικαίου και ο πραγματικός εκσυγχρονισμός της Ελλάδας ποτέ δεν βοηθήθηκε από ένα πολύ συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο έτσι ώστε να ενσωματωθούν οι ευρωπαϊκοί κανόνες τόσο πετυχημένα όσο χρειάζονταν. Μπορεί να φαίνεται παράδοξο αλλά η ελληνική κρίση μας έδωσε την δυνατότητα να κατανοήσουμε ότι η πραγματική εφαρμογή των κανόνων δικαίου ήταν ελάχιστη.
· Διαφθορά
Η εξέλιξη της διαφθοράς στην Ελλάδα δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται. Στην πραγματικότητα σχετίζεται με την έλλειψη μιας ανεπτυγμένης κοινωνίας των πολιτών στην χώρα (Μακρυδημήτρης, 2006). Έτσι όπως ο Καζάκος (2010) πιστεύει η υπερβολική μεγέθυνση του κράτους και τα ανεπτυγμένα πελατειακά δίκτυα επηρέασαν αρνητικά την λειτουργία των θεσμών και την διαφθορά. Συμφωνά με τελευταίες εμπειρικές έρευνες το σημαντικότερο αποτέλεσμα της διαφθοράς είναι ο αρνητικός αντίκτυπος στην ικανότητα διακυβέρνησης η οποία είναι πολύ πιο σημαντική από την οικονομική αναποτελεσματικότητα (Graycar και Villa, 2011). Έτσι όπως ο Κουτσούκης και Σκλιάς (2005) ισχυρίζονται ανάμεσα σε όλα τα άλλα οι πιο σημαντικοί παράγοντες που συνεισφέρουν στο φαινόμενο της διαφθοράς στην Ελλάδα είναι το πολιτικό σύστημα που ενισχύει τον λαϊκισμό, ένα σύνθετο νομικό πλαίσιο το οποίο όχι μόνο είναι αναποτελεσματικό αλλά και προσφέρει την δυνατότητα για πολλές μανούβρες και μια πολιτική κουλτούρα η οποία παρέχει τον χώρο για συμπεριφορές γεμάτες παθογένειες και στρεβλώσεις.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα η Ελλάδα ανήκει στις δυο τελευταίες χώρες με την χειρότερη επίδοση στον έλεγχό της διαφθορά στην Ευρώπη όπως φαίνεται και από το Γράφημα 4. Αυτό το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται επίσης και από την Transparency International (2010) και από το World Economic Forum (2010). Ο έλεγχός της διαφθοράς στην Ελλάδα δυστυχώς φαίνεται να είναι μια πολύ δύσκολη διαδικασία για τους Έλληνες πολιτικούς γιατί η διαφθορά σχετίζεται με το ελληνικό μοντέλο πολιτισμικής ανάπτυξής. Με βάση αυτό είναι βέβαιο πως το επίπεδο της διαφθοράς στην Ελλάδα επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα και αυξάνει το κόστος παραγωγής και την ίδια στιγμή δημιουργεί ένα πιο στρεβλό και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί κρατισμό (World Bank, 2005).
Γράφημα 4. Έλεγχος της Διαφθοράς
Πηγή: World Bank
· Πολιτική σταθερότητα και κοινοβουλευτική συνέχεια
Το ελληνικό πολιτικό και κοινοβουλευτικό σύστημα είναι ασταθές. Στην Ελλάδα είχαμε εκλογές κάθε φορά που η πολιτική αριστοκρατία ήθελε να αναπαράγει τα συμφέροντα και την πολιτική εξουσία (Καζάκος, 2010). Όπως τονίζει και ο Αλιβιζάτος (2001) τα μέλη του ελληνικού κοινοβουλίου έκαναν προτάσεις χωρίς κανενός είδους στρατηγική για την θεσμική μεταρρύθμιση της χώρας. Ακόμα περισσότερο τα τελευταία 30 χρόνια έχουν γίνει πάρα πολλοί ανασχηματισμοί μιας κυβέρνησης γεγονός το οποίο περιορίζει τις πιθανότητες να πετύχουμε συγκεκριμένους στόχους πολιτικής μέσα σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια. Η κυρίαρχή φιγούρα του Ανδρέα Παπανδρέου είναι ένα τυπικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο κατά την διάρκεια των 4 πρώτων χρόνων της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1981-1985) χρησιμοποίησε 70 μέλη του κοινοβουλίου στην κυβέρνηση του. Το 1984 μόνο το κράτος είχε 5 ανασχηματισμούς και σε 6 περιπτώσεις έγιναν προσωπικές αλλαγές υπουργών. Κατά την διάρκεια της δεύτερης περίπτωσης της διακυβέρνησης του (1985-1989) συμμετείχαν στην κυβέρνηση συνολικά 105 άτομα. Στα πρώτα ενάμιση χρόνια της δεύτερης περιόδου διακυβέρνησης έγιναν 4 ανασχηματισμοί. Επίσης μπορούμε να παρατηρήσουμε μέλη της κυβέρνησης να μπαινοβγαίνουν στις υπουργικές θέσεις μέχρι και 12 φορές.
Με βάση τις παραπάνω συνθήκες δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η συμπεριφορά των Ελλήνων πολιτικών μοιάζει με ένα καλά οργανωμένο κλαμπ το οποίο επιλέγει τα μέλη του και ενδυναμώνει την προστασία του (Καζάκος, 2010). Μεβάση αυτά ο Mitsopoulos και Pelagidis (2009b, σ. 406) υποστηρίζουν ‘‘reform-minded politicians who threaten the status quo are easily removed from the political scene while politicians who cooperate with special interest groups are rewarded with long-lasting political careers and immunity from almost any unlawful act they may engage in’.
Είναι γεγονός πως κατά την διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων σχεδόν κάθε μεταρρύθμιση απέτυχε. Για παράδειγμα η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας το 1998 και το 2000, η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού το 2000 και το 2008, η μεταρρύθμιση των κλειστών επαγγελμάτων δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα, η μεταρρύθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας το 2000, η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, της προστασίας του περιβάλλοντος, της φιλελευθεροποίησης της αγοράς ενέργειας και πάμπολλα ακόμα παραδείγματα.
Κατά την διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων στην Ελλάδα πολλά πολιτικά και θεσμικά φαινόμενα τα οποία σχετίζονται με το μοντέλο διακυβέρνησης επηρέασαν την οικονομική αποτελεσματικότητα της χώρας. Αυτά τα φαινόμενα μπορούν να θεωρηθούν πως είναι οι κύριες αιτίες για την ελληνική κρίση στο εγχώριο επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο η ελληνική κρίση είναι πολύ διαφορετική από τις κρίσεις στα άλλα υπερχρεωμένα ευρωπαϊκά κράτη. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα πως οι Έλληνες δημιούργησαν έναν στρεβλό Λεβιάθαν ο οποίος απέτυχε να τους υποστηρίξει. Για αυτό το λόγο όλες οι προσπάθειες για εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό απέτυχαν να δημιουργήσουν ένα σταθερό πολιτικό και οικονομικό σύστημα και ταυτόχρονα μονιμοποίησαν και νομιμοποίησαν ένα «ώριμο πελατειακό σύστημα» σαν το κύριο χαρακτηριστικό της Ελληνικής πολιτείας. Έστω και εάν αυτό το «ώριμο πελατειακό σύστημα δεν αναλύθηκε σαν η κύρια αιτία της Ελληνικής κρίσης, μπορεί να θεωρηθεί σαν η κύρια συνέπεια της παραπάνω πολιτικής και θεσμικής υπανάπτυξης στην Ελλάδα. Με αυτό τον τρόπο όλοι οι παραπάνω συντελεστές συνδέονται με αυτό το πελατειακό σύστημα το οποίο οι πολιτικές ελίτ στην Ελλάδα χρησιμοποίησαν για να επεκτείνουν τα δίκτυα πατρωνίας μέσα από τους νέους πολιτικούς θεσμούς που δανειστήκαμε τα τελευταία χρόνια τόσο γεωγραφικά όσο και λειτουργικά.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Κύριος σκοπός αυτού του άρθρου ήταν να δείξουμε πως η Ελληνική κρίση είναι στο εγχώριο επίπεδο ανάλυσης πολιτική παρά οικονομική. Βασίζεται κυρίως στο χαμηλό επίπεδο πολιτικής και θεσμικής ανάπτυξης και στο μοντέλο διακυβέρνησής παρά στις λάθος οικονομικές πολιτικές. Βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό το πλαίσιο ανάλυσης θα μπορούσε να μελετηθεί και σε άλλες περιπτώσεις χωρών όπου τα επίπεδα οικονομικής αποτελεσματικότητας δεν δικαιολογούν τις οικονομικές κρίσεις όπως έγινε στην περίπτωση της Ελλάδας. Η οικονομική σύγκλιση της χώρας ήταν μόνο ονομαστική και δεν συνδυάστηκε με αλλαγές στο πολιτικό και θεσμικό επίπεδο και στο μοντέλο διακυβέρνησης. Έτσι το προσωρινό ή και τυχαίο αισιόδοξο οικονομικό κλίμα δεν μπόρεσε να συνεχιστεί μακροχρόνια.
Η ελληνική κρίση φαίνεται πως κρύβει σημαντικά πολιτικά στοιχεία και για αυτό το λόγο φαίνεται πως είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτά τα στοιχεία που αναλύθηκαν παραπάνω όπως το φαινόμενο του κρατισμού, η αποτυχία του Εξευρωπαϊσμού, τα επίπεδα διαφθοράς, η επίδραση των συνδικάτων και των ομάδων ενδιαφέροντος και το ασταθές πολιτικό και κοινοβουλευτικό καθεστώς δημιούργησαν ένα πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον εντελώς διαφορετικό από τα άλλα υπερχρεωμένα κράτη της Ευρωζώνης. Για αυτό το λόγο είναι πολύ δύσκολο έστω και αν τα οικονομικά μέτρα λιτότητας που επέβαλαν οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν στο μέλλον ικανοποιητικά αποτελέσματα, να αλλάξει σε ένα σύντομο διάστημα η ελληνική πολιτική κουλτούρα. Η αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της ελληνικής πολιτείας είναι μια πολύ δύσκολή δουλειά για τους Έλληνες και τους ευρωπαίους αξιωματούχους και μάλλον είναι απίθανο να πραγματοποιηθεί βραχυχρόνια.
Αυτή η παραπάνω παρατήρηση μας κάνει να ανησυχούμε ακόμα περισσότερο για το μέλλον όχι μόνο της Ελληνικής αλλά και της Ευρωπαϊκής πολιτείας που δημιουργείται τις τελευταίες δεκαετίες. Από την μια πλευρά δεν είναι ξεκάθαρο το εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αλλάξει σε ένα αξιόλογο βαθμό κατά την διάρκεια της κρίσης έτσι ώστε να αντιμετωπίσει τα πολιτικά και θεσμικά προβλήματα της ευρωπαϊκής πολιτείας που έχουν να κάνουν και με τα θέματα της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης ενώ από την άλλη δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι αντίκτυπο θα έχουν οι μελλοντικές διευρύνσεις της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά πόσο τα νέα κράτη μέλη πραγματικά διαφέρουν από την περίπτωση της Ελλάδας σε αυτές τις πολιτικές και θεσμικές διαστάσεις; Η Ελληνική οικονομική κρίση θα πρέπει να θεωρείται ένα μεγάλο μάθημα για τα μελλοντικά σχέδια της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.